Αγαπημένο μου ημερολόγιο.. | Με λένε Γιάννη.

Σάββατο 19/08/17 Αγαπητό μου ημερολόγιο, Καιρό έχουμε να τα πούμε. Η αλήθεια είναι ότι είχα ξεχάσει την ύπαρξη σου, μην με παρεξηγήσεις. Σε είχα παρατημενο κάπου κάτω από το κρεβάτι. Παρατημενο γιατί πλέον δεν ένιωθα την ανάγκη να μοιραστώ τον πόνο μου μαζί σου. Βλέπεις, για λίγο ένιωσα ότι υπάρχει και κάποιος άλλος εκεί έξω […]

Read More Αγαπημένο μου ημερολόγιο.. | Με λένε Γιάννη.

Τα όνειρα..οι μόνοι φίλοι μου. | Με λένε Γιάννη.

Ένας κύκλος που μικραίνει… Εγώ να μεγαλώνω κι εκείνος να μικραίνει. Τόσο αντιφατική η πραγματικότητα, που με τρομάζει. Το λογικό, αυτό το λογικό που γελώ κάθε φορά που το ξεστομίζω, θα ήταν να γεμίζω με ολοένα και περισσότερους φίλους στα χρόνια που περνούν. Να πλήττω από αγάπη και συντροφιά. Να με κουράζει γλυκά το πολύ […]

Read More Τα όνειρα..οι μόνοι φίλοι μου. | Με λένε Γιάννη.

Συναντώντας τους γονείς μου… | Με λένε Γιάννη.

Περίμενα αυτή τη στιγμή με ανυπομονησία… Η αλήθεια είναι ότι περίμενα αυτή την στιγμή με ανυπομονησία για πολύ καιρό. Περίεργο το ξέρω… θα αναρωτηθεί κανείς “οι γονείς σου, σου έχουν κάνει τόσα πολλά πράγματα και εσύ περιμένεις πως και πως για να τους δεις ξανά“. Ναι, έτσι ήταν. Περίμενα. Με έναν κόμπο στο στομάχι μου περίμενα αυτή την στιγμή που θα τους αντικρίσω επιτέλους μετά από καιρό. Μου είχαν λείψει. Όχι όλοι το ίδιο. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ο αδερφός μου το τελευταίο διάστημα μου έλειπε πολύ. Ώρες ατέλειωτες στο τηλέφωνο αλλά και πάλι. Τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Τι να κάνει άραγε; Πώς είναι είναι η ζωή του εκεί πέρα; Πώς να νιώθει μακρυά μου; Στο τηλέφωνο έκλαιγε.. κλαίγαμε μαζί. Μου είχε λείψει και εκείνος… Μου είχε λείψει και εκείνος.. όχι τόσο πολύ. Όχι “λείψει“ ακριβώς. Εκείνοι που οι περισσότεροι αποκαλούν εχθρό μου, εκείνος που ούτε εγώ ο ίδιος ξέρω πως να αποκαλέσω. “Μπαμπά;“ Με προβλημάτιζαν τα προβλήματα υγείας του, είναι η αλήθεια. Ήθελα πολύ να δω πως πάει. Να τον αντικρίσω με ελπίδες ότι η στάση του απέναντι μου έχει αλλάξει. Ότι έχει αλλάξει ο ίδιος. Εκείνες… Περισσότερο από όλους όμως μου είχαν λείψει εκείνες.. τα δυο πιο σημαντικά κομμάτια της ζωής μου. Τα κομμάτια που συμπληρώνουν το είναι μου. Η πιο όμορφη μητέρα σε όλον το κόσμο και το πιο σημαντικό δώρο που θα μπορούσε να μου κάνει ποτέ, η μικρή μου. Αναπολώ τις στιγμές που ήμασταν μακρυά. Στην αρχή όλα φαίνονταν απλά. Αλήθεια δεν ξέρω τι είχα πάθει το τελευταίο διάστημα. Ίσως έφταιγαν οι τόσοι μήνες μακρυά. Ίσως η άθλια ψυχολογική μου κατάσταση. Δεν περίμενα ποτέ να μιλάω στο τηλέφωνο με την μαμά και να κλαίω. Να κλαίω τόσο δυνατά γιατί ακούω τη φωνή της. Γιατί μου έχει λείψει το άρωμα της, οι αγκαλιές της. Να μην κοιμάμαι τα βράδια γιατί σκέφτομαι πως μεγαλώνει το μικρό μου εκεί μακρυά. Ήταν έντονο το συναίσθημα. Όλα πολύ μπερδεμένα. Καθώς έφτανε η μέρα που θα βλέπαμε επιτέλους ο ένας τον άλλον, η ψυχή μου ήταν πιο μπερδεμένη από ποτέ. Όλες αυτές οι σκέψεις στο μυαλό μου. Άσχημες και όμορφες αναμνήσεις, χαρά, λύπη, άγχος, ανυπομονησία. Ένας λαβύρινθος και τα συναισθήματα μου εκεί.. χαμένα.  Ήρθε η μέρα… Και να, ήρθε η μέρα που τόσο πολύ περίμενα. Από το άγχος μου δεν νομίζω να κοιμήθηκα πάνω από τρεις ώρες. Σκεφτόμουν. Ονειρευόμουν καταστάσεις. Αλήθεια, πως θα ήταν αν τελικά το αποδέχονταν όλα αυτό; Αν τελικά μετά από καιρό βρίσκαμε επιτέλους την γαλήνη μας μακρυά από τρικυμίες. Αν ήταν καλά με όλα αυτά και απλά προσπαθούσαν να με καταλάβουν. Θα ήμασταν πραγματικά πολύ ευτυχισμένοι. Ξύπνησα νωρίς το πρωί, τους ειδοποίησα και ξεκίνησα το μακρινό μου ταξίδι. Ο δρόμος μεγάλος. Οι ώρες ατέλειωτες αλλά εγώ εκεί. Το κεφάλι στο παράθυρο και ο νους πετούσε μακρυά. Προσπαθούσε να προφτάσει λίγη χαρά και όνειρα. Όνειρα που έγιναν καπνός. Ένα κυνηγητό. Κοιμήθηκα, έκλαψα, σκέφτηκα. Φτάνοντας στην πόλη μου η κοιλία μου ήταν έτοιμη να σπάσει. Ο κόμπος στο στομάχι μου δεν βοηθούσε πολύ. Πνιγόμουν. Αυτή η ζάλη όλη την ώρα, μέχρι να κατέβω από το λεωφορείο. Κατεβαίνοντας από τα σκαλιά σκοντάφτω από το τρέμουλο στα πόδια μου και εκεί που βγαίνω, να’ τος! Στέκεται όρθιος και με ψάχνει μέσα στο πλήθος. Ήταν εκείνος, εκείνος που τόσο καιρό σκεφτόμουν αν ήθελα να δω ή όχι. Βλέποντας με, δακρύζει. Έρχεται προς το μέρος μου, με σηκώνει στην αγκαλιά του. Σαν τότε που ήμουν μικρός, ο μοναδικός του. Δεν προλαβαίνω να αντιδράσω. “Κάλως τον κι ας άργησε“. Γελάω και του δίνω τις βαλίτσες. Ψύχραιμα. Στο αυτοκίνητο η συζήτησή δεν σταματούσε. Ένιωθα περίεγρα. Είχε όντως αλλάξει ή ήταν απλά μια ψευδαίσθηση; Τι συμπεριφορά ήταν αυτή; Πού πήγε ο μπαμπάς που ήξερα; Οι ελπίδες μέσα μου φτερούγιζαν. Η καρδιά μου βρήκε το χρώμα της, χτυπούσε τόσο δυνατά. Αλήθεια, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Και εκεί, εκεί πάνω στο σημείο που ήμουν έτοιμος να το πιστέψω επιτέλους, ένα “Γιατί δεν άλλαξες ακόμα;“ ξεπετά από το στόμα του. Έκπληκτος, δεν απαντώ. Γυρνάω και αγναντεύω την θέα της σαπίλας από το παράθυρο. Αλλά λίγο και θα τον πίστευα. Η καρδιά ραγίζει αλλά δεν με πληγώνει. Γυρίζει στην αρχική της μορφή. Οι ελπίδες….γελώ…οι ποιες; Την υπόλοιπη ώρα, σιωπηλοί. Με κοιτούσε, οδηγούσε. Φάνηκε ότι του έλειψα, μπορούσα να το διαβάσω στο βλέμμα του. Σιωπηλά στο αυτοκίνητο. Ο ήχος της μηχανής διαπερνούσε τα αυτιά μου. Φτάναμε σπίτι και καθώς πλησιάζαμε οι σκέψεις διαπερνούσαν το μυαλό μου. Άλλες όμορφες, άλλες άσχημες. Τι κρίμα που οι άσχημες ήταν περισσότερες και με έφερναν σε δύσκολη θέση. Το μέρος το ίδιο. Δεν είχε αλλάξει. Η γειτονία, οι δρόμοι που έπαιζα μικρός.  Εκείνη  ανοίγει τη πόρτα… Και να, κατεβαίνω από το αυτοκίνητο και κατευθύνομαι προς την πόρτα. Η ανάσα όλο κι πιο βαριά. Ξαφνικά, ανοίγει την πόρτα εκείνη. Αντικρίζω το χαμόγελο της και χάνομαι. Δακρύζω. Τα δάκρυα χαράς το ένα μετά το άλλο. Τρέχει προς το μέρος μου κλαίγοντας. “Το παιδί μου! “ Το παιδί μου ήρθε. “. Με πιάνει στην αγκαλιά της. Φωνάζω μαμά και καταρρέω μέσα στην αγκαλιά της. Με σφίγγει. Να’ το το άρωμα της. Δεν με άφηνε για 10 λεπτά. Κλάψαμε μαζί. Να τα και τα αλλά. Βγαίνουν η Ελένη μαζί με τον Γιώργο και πιανόμαστε όλοι μαζί μια αγκαλιά. Ξαφνικά, ξέχασα όλη αυτή την φάση στο αυτοκίνητο. Ένιωθα πλήρης. Χαρούμενος. Πετούσα στα σύννεφα. Ξανά όλοι μαζί. Το μωρό μου, το μικρό μου δεν ξεκολλούσε από πάνω μου. Πόσο πολύ μου είχε λείψει. Δεν μπορούσα να σταματήσω να την μυρίζω. Πατώντας το πόδι μου σπίτι κόντεψα να λιποθυμήσω. Το συναίσθημα απερίγραπτο. Τόσο μπερδεμένα όλα. Βλέποντας το μέρος που μεγάλωσα. Πέρασα όμορφες στιγμές αλλά ταυτόχρονα και τις πιο άσχημες… το μέρος πίσω στο όποιο άφησα πολύ πόνο, ώρες ατέλειωτες μέσα στο δωμάτιο, μαύρα δάκρυα. Δεν μπορούσα να το συνηθίσω. Ήξερα πλέον ότι άνηκα κάπου άλλου. Το μέρος πλέον δεν έμοιαζε τόσο δικό μου, και αυτό δεν με ανησυχούσε. Η συμπεριφορά τους περίεργη. Προσπαθούσαν.. φάνηκε. Προσπαθούσαν… Προσπαθούσαν να μην αντιδράσουν. Η μαμά ούτε καν το σκεφτόταν. Προσπαθούσαν να περάσουν λίγο χρόνο μαζί μου, να μάθουν νέα. Κρίμα… πολύ κρίμα. Κρίμα που αυτή η συμπεριφορά με τον χρόνο άλλαξε. Ακολούθησαν οι πρώτοι τσακωμοί. Τα άσχημα συναισθήματα. Φάσεις που έμοιαζαν με εκείνες του παρελθόντος. Οι συνεχείς σχολιασμοί της μαμάς, οι φωνές με τον μπαμπά. Η ολική απαξίωση από τον αδερφό μου. Η μικρή μου.. είχε αλλάξει και αυτή. Μπορεί να φταίει ο χρόνος μακρυά τους, αλλά η κατάσταση έδειχνε να χειροτερεύει. Ολοένα και περισσότερο. Μισός μήνας μετά την άφιξη μου εδώ και εγώ στο μπαλκόνι, παρέα με το σκυλάκι μου, ένα μολυβί και το τετράδιο μου. Γράφοντας την μέχρι τώρα πορεία μου εδώ. Απογοητευμένος. Αναπολώντας την ψυχική μου ηρεμία και προσπαθώντας να την επαναφέρω, να με συνεφέρω.  “Δεν μπορώ να σε βλέπω έτσι.“ “Έχεις γίνει ο πιο κακός“ “Άλλαξες προς το χειρότερο“. Φράσεις από άτομα που έδειχναν ότι δεν μπορούσαν μακρυά μου. Δάκρυα, τσακωμοί. Ίσως την κατάσταση να φτιάχνει ο τωρινός χαρακτήρας. Ο ανθεκτικός. Το γεγονός ότι δεν βλέπω τα πράγματα τόσο άσχημα. Ίσως το ότι γύρισα πιο δυνατός. Αλήθεια δεν πίστευα ότι θα χρειαστώ αυτή την δύναμη. Πίστευα θα είχαν αλλάξει. Πονάει πολύ όταν συνειδητοποιείς ότι οι άνθρωποι σου έχουν αλλάξει. Πονάει πολύ όταν οι φίλοι που σήμαινες κάποτε τα πάντα για αυτούς σε έχουν ξεγράψει. Μα όλα ήταν καλύτερα όταν ήμουν μακριά… Όταν τα μικρά σου μεγαλώνουν, δείχνουν να απομακρύνονται και να διαμορφώνουν τις ίδιες άσχημες απόψεις για εσένα. Όταν νιώθεις ότι όλα είναι καλύτερα όταν είσαι μακρυά. Όταν καταλαβαίνεις ότι την “αποδοχή“ που τόσο πολύ περίμενες την έχουν ποδοπατήσει. Μαζί με τα όνειρα σου. Την ψυχή σου. Ανυπομονείς να γυρίσεις… να φύγεις. Να πας που; Σε ποιον; Να αφοσιωθείς σε κάτι άλλο. Αλήθεια υπάρχει μέρος δικός σου να σε περιμένει; Άνθρωπος δικός σου εκεί στην άκρη; Αγάπη; Στοργή; Ζεστασιά; Αμφιβάλω. Αιώνιος ταξιδιώτης. Αιώνιος ο πόνος. Θα τα καταφέρω. Αναστενάζω ονειρευόμενος τις  καλύτερες μέρες. Αν όχι τώρα, τότε αργότερα. Δυνατός αφήνω τα παράπονα μου εδώ. Αντίο. Κάθε Δευτέρα . . . Με λένε Γιάννη.

Read More Συναντώντας τους γονείς μου… | Με λένε Γιάννη.

Διατροφικές διαταραχές & εγώ. | Με λένε Γιάννη

  Ο Γιάννης δεν ήταν πάντα εκείνο το λυπημένο αγόρι που περνάει άσχημες καταστάσεις, που υποφέρει και παλεύει καθημερινά για τα όνειρα του. Σαν μικρό παιδί και εγώ τα είχα όλα. Όλα όσα μπορούσε να ζητήσει ένα παιδί. Είχα φίλους, πολλούς φίλους. Ήμουν ευτυχισμένος, πραγματικά. Δεν μου έλειπε τίποτα. Περνούσα όμορφα τις μέρες μου με ανθρώπους που αγαπούσα και με αγαπούσαν. Οι γονείς μου πρόσφεραν τα πάντα. Ποτέ δεν έλειπε τίποτα. Συντροφιά, ομόνοια. Η σχέση μας ήταν από τις καλύτερες. Δεν είχα κανένα πρόβλημα, δεν τους περνούσε τίποτε κακό από το μυαλό. Στην σκέψη του “είναι μικρός ακόμα θα μεγαλώσει και θα αλλάξει” έμεναν και τα άφηναν όλα πίσω. Ίσως τους προβλημάτιζε λίγο το βάρος μου. Ήμουν πάντα εκείνο το πολύ λεπτό αγοράκι που δεν έτρωγε καλά. Πίστευαν θα μεγαλώσω και θα πάρω το βάρος που πρέπει.Όλοι αυτό πίστευαν. Και αυτό μέχρι τα πρώτα χρόνια της εφηβείας μου, τότε που ξεκίνησαν όλα. Τότε που η ζωή μου άλλαξε ραγδαία και όλα πήραν άλλο χρώμα. Μαύρο, σκοτεινό… κατάμαυρο. Όλα αυτά τα χρόνια, βλέποντας ανθρώπους δίπλα μου να περνούν άσχημες καταστάσεις, αναρωτιόμουν… Πόσο άσχημα θα πρέπει να αισθάνεται κάποιος για να φτάσει σε σημείο  να βάλει ένα τέλος στην ζωή του; ή να κλειστεί στον εαυτό του, στον δικό του κόσμο και να μην αφήνει κανέναν να βοηθήσει;  να μην βρίσκει ένα νόημα στην ζωή; Δεν υπάρχουν φίλοι; Οικογένεια;  Υποστήριξη και βοήθεια;  Πώς γίνεται να τον αφήσουν όλοι σε μια τόσο άσχημη κατάσταση;  Και από την άλλη, βλέποντας κόσμο με προβλήματα έλλειψης βάρους πάντα αναρωτιόμουν..Πώς γίνεται να φτάσει κάποιος σε αυτή την κατάσταση; Να μην έχει όρεξη για φαγητό;  Να μην μπορεί να φάει; Βλέποντας τον εαυτό μου με το ζόρι 25 κιλά, δεν με πείραξε ποτέ. Βλέποντας τους γονείς μου να ανησυχούν όλο και περισσότερο με το πέρασμα των χρόνων, πάλι δεν ανησυχούσα. Δεν μου φαινόταν περίεργο. Έτρωγα, ήμουν καλά.  Πόσο γρήγορα μπορούν να αλλάξουν όλα όμως; Με ένα “κλικ” από το πιο χαρούμενο παιδί στο καταθλιπτικό εκείνο αγοράκι. Εκείνο που δεν έβλεπε νόημα στην ζωή, εκείνο που καθημερινά ξυπνώντας κάθε πρωινό ευχόταν να είναι και το τελευταίο του. Εκείνο που ένιωθε να αιμορραγεί από ψυχικό πόνο. Εκείνο που βρισκόταν μόνο του στην πιο σημαντική περίοδο της ζωής του. Πώς; Πώς φτάσαμε έως εδώ; Αναρωτιόμουν πάντα. Και αν με ρωτήσεις γιατί η απάντηση είναι πολύ απλή. Όλοι είναι εδώ και σε αγαπάνε όσο είσαι αυτό που θέλουν. Γονείς, φίλοι. Σαν έρθει επιτέλους η στιγμή να ζήσεις την ζωή σου με τα δικά σου “θέλω”, αυτός ο “μεγάλος περίγυρος” καταρρέει… εξαφανίζεται. Οι δεσμοί σπάνε μονομιάς. Τόσο γρήγορα.. τόσο εύκολα. Αποφάσισα επιτέλους να σπάσω αυτό το καβούκι, να εκφραστώ κι εγώ όπως θέλω, να κυνηγήσω τα όνειρα μου και να είμαι ο πραγματικός μου εαυτός. Οι φάσεις που ακολούθησαν όμως ήταν οι χειρότερες. Αλήθεια, πως περιμένεις  να αντιδράσει κάποιος όταν όλοι γύρω του τον έχουν κάνει πέρα; Όταν τα παιδιά στο σχολειό τον χτυπάνε, ο κόσμος έξω τον βρίζει, οι φίλοι του τον έχουν διαγράψει και τώρα τον αποκαλούν φρικιό; Όταν οι γονείς του ντρέπονται για αυτόν και δεν υπάρχει μέρα που να μην μαλώνουν;  Όταν όλος ο κόσμος τον βλέπει σαν κάτι άψυχο.. ποδοπατούν συναισθήματα, καταστρέφουν όνειρα και πληγώνουν μέρα με την μέρα πιο πολύ.. ξανά και ξανά. Πιο βαθιά. Αλήθεια πως περιμένεις να νιώσει κάποιος όταν εύχεται να έρθει το τέλος, η  συντρόφια του είναι εκείνα τα  κάτω από το στρώμα, και φίλος του ο  σωματικός πόνος που ο ίδιος προκαλεί στον εαυτό του;  Μιλώντας για αυτά, νιώθω εκείνο τον πόνο να διαπερνά τον καρπό μου. Και μόλις περιέγραψα εκείνα τα χρόνια. Εκείνα τα άθλια 2 χρόνια της ζωής μου. Όχι μήνες, μα δύο ολόκληρα χρόνια. Όρεξη για φαγητό φυσικά και δεν υπήρχε. Για φαγητό μόνο; Εδώ δεν υπήρχε όρεξη για τίποτα γενικά. Τα κιλά μειώνονταν, η κατάσταση χειροτέρευε, δεν μπορούσα να βάλω τίποτα μέσα στο στόμα μου δίχως να το βγάλω μετά. Κι αν.. αν τελικά κατάφερνα να φάω, σίγουρα έτρωγα λιγότερο από την μικρή μου αδερφή. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο ψυχολογικός πόνος ήταν αβάσταχτος. Άκουγα την ψυχή μου να φωνάζει. Τάσεις αυτοκτονίας, πολλές απόπειρες.. το στομάχι μου το είχα καταστρέψει. Αδυναμία. Νιώθεις ότι εδώ ήρθε κάπου το τέλος. Ξανά και ξανά οι ίδιες άσχημες καταστάσεις. Ο πόνος. Και όταν μετά από τόσους τσακωμούς οι γονείς σου σε φέρνουν στο νοσοκομείο και σε πηγαίνουν από γιατρό σε γιατρό, μια μικρή Ελπίδα στη ψυχή δημιουργείται. Άρα με αγαπάνε; Με δέχθηκαν για αυτό που είμαι; Έχουν αρχίσει να  συμβιβάζονται; Εξάλλου τι κακό έχω κάνει; Αλλά μάταια. Αυτές τις ελπίδες τις κατέστρεφε ο επόμενος τσακωμός, ο διωγμός από το σπίτι που ακολουθούσε, η επόμενη απόπειρα. […]

Read More Διατροφικές διαταραχές & εγώ. | Με λένε Γιάννη

Η απόρριψη απ’ τον άνθρωπο που σε έφερε στη ζωή. | Με λένε Γιάννη.

  Πόσο θα ήθελα αυτή την στιγμή να ήμασταν μαζί και να συζητούσαμε. Να σου ψιθύριζα όλα αυτά που νιώθω. Τον πόνο, τον οίκτο, την απαξίωση, χωρίς να χρησιμοποιήσω χαρτί και στυλό προσπαθώντας να σε κάνω να καταλάβεις. Πόσο θα ήθελα αυτό το απόσπασμα να σε συγκινήσει, να σε βοηθήσει να νιώσεις αυτά που διαπερνούν το μυαλό μου. Να μην το σκίσεις, να μην το πετάξεις, όπως πετάω εγώ από το μυαλό μου την κάθε άσχημη στιγμή που περάσαμε μαζί. Η αλήθεια είναι ότι είναι πολλές. Η αλήθεια είναι ότι ήθελε θάρρος να αρχίσω να σου γράφω. Με χτυπούν οι σκέψεις, οι άσχημες στιγμές…Τι να κάνω μπαμπά; Πλέον προφέροντας αυτή την λέξη δεν ξέρω πως θα έπρεπε να αισθανθώ. Με πήρες τηλέφωνο σήμερα το πρωί. “Γεια, τι κάνεις, πως πάει με τα μαθήματα;“. Οι τυπικές ερωτήσεις των τρίλεπτων συζητήσεων μας που γίνονται μια φορά το μήνα. Πού φτάσαμε; Το βλέπεις; Νιώθεις την απόσταση; Το κενό; Εγώ το νιώθω από καιρό τώρα. Και ξέρω θα μεγαλώσει. Και εμείς ακόμη πιο μακρυά. Μέρα με την μέρα κάθε φορά και περισσότερο. Φοβάμαι να σκεφτώ πως θα ήταν η κατάσταση αν μέναμε και πάλι μαζί. Δεν θα ζητήσω συγγνώμη για αυτά που θα πω. Δεν υπάρχει λόγος να απολογηθώ. Αν με το γραμμα της μαμάς προσπαθούσα να την προσεγγίσω και να την φέρω κοντά μου, με εσένα απλά προσπαθώ να σου μιλήσω. Απλά να ξεσπάσω.  Τίποτα παραπάνω. Κι αν όντως αυτό σε κάνει να νιώθεις περίεργα –γιατί άσχημα σίγουρα δεν θα νιώσεις ποτέ-  θυμήσου τις στιγμές μας, μπαμπά. Θυμήσου τι με έκανες να περάσω. Πόσο με πλήγωσες και πόσο με πόνεσες. Τώρα κατάλαβες; Δεν ήθελα ποτέ να σε πληγώσω. Πως να σε πληγώσω άλλωστε;  Καταλαβαίνεις ότι απλά προσπαθώ να κυνηγήσω τα όνειρα μου; Να κάνω τα απωθημένα μου πραγματικότητα; Να χαρώ την ζωή μου όπως εγώ θέλω; Ναι, ίσως δεν είμαι ο γιος που ήθελες. Με όλα του τα κάλλη. Ο “γυμνασμένος“, ο “άντρας“, εκείνος που είναι ένα με την μάζα των υπολοίπων αγοριών, με τις πιο σταθερές και άθλιες απόψεις. Ο δυνατός. Ειρωνικό.. ξέρεις γιατί; Είμαι πολύ δυνατός. Αν όχι όλα τα αλλά τότε σίγουρα πιο δυνατός από εκείνα τα αγοράκια. Ξέρεις, αν δεν ήμουν δυνατός, ίσως να μην ήμουν εδώ να στα γράφω όλα αυτά. Ίσως να έδινα ένα τέλος τότε στα νοσοκομεία, ίσως να αφήνω την κατάθλιψη να με καταστρέψει κι όχι εγώ αυτήν, ίσως οι απόπειρες να ήταν περισσότερες, ίσως να μην πίστευα ποτέ στον εαυτό μου. Ίσως.. ίσως.. ίσως. Θέλει δύναμη.  Θυμάσαι την μέρα που αποφάσισα να έρθω να σου μιλήσω; Να είμαι ειλικρινής μαζί σου, να σου πω πως νιώθω και τι θέλω από την ζωή μου;  Να δώσω ένα τέλος στους αιωνίους τσακωμούς μας και στις σκέψεις που διαπερνούσαν το μυαλό σου; “Είναι ομοφυλόφιλος;“ “Γιατί ντύνεται έτσι;“ “Τι έκανα εγώ λάθος; “. Φώναξα εσένα και την μαμά στο δωμάτιο. Ήμουν αγχωμένος, ήθελα να λιποθυμήσω και η ψυχή μου φώναζε“ Γιάννη σταμάτα τώρα που δεν είναι αργά “, εγώ δεν την άκουσα. Έτρεμα τόσο πολύ. Πήρα μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησα. Όταν επιτέλους με χίλια ζόρια έφτανα στο σημείο που ήθελα, πετάγεσαι από το δωμάτιο και φεύγεις κλείνοντας την πόρτα δυνατά, φωνάζοντας“ Αποκλείεται, είσαι μικρός ακόμα “, με μια απαξίωση να μένει πίσω σου. Καταστρέφοντας εμένα, εσένα, την ψυχή μου, τα όνειρα μου και ποδοπατώντας την προσπάθεια μου να είμαι ειλικρινής μαζί σου. Όταν έφυγες δεν φαντάζεσαι τι πέρασα. Το διάστημα που ακολούθησε, το θυμάμαι κι αυτό. Ήσουν συνέχεια πάνω από το κεφάλι μου. Πετούσες τα ρούχα μου, έβαζες τον αδερφό μου να ψαχουλεύει τις τσάντες μου. Δεν έβγαινες μαζί μου έξω. Ρεζίλι ε; Έφερνες συγγενείς για να μου αλλάξουν τις απόψεις. Επηρεαζόσουν από την γνώμη των άλλων τριγύρω. Έλεγαν “βρίσε“, έβριζες. Έλεγαν “δίωξε“, έδιωχνες. Αλήθεια δική σου γνώμη είχες; Τι ένιωθες εσύ εκείνη την ώρα μπαμπά; Γυρίζοντας από το σχολειό προσδοκούσα μια αγκαλιά. Άντι αυτού, εμφανιζόσουν εσύ! Έγινες ο χειρότερος εχθρός μου. Φώναζες συνέχεια “Κατάθλιψη και βλακείες!“. Δεν πίστευες λέξη. Και πως μετά από αυτό να έρθω και να σου πω όλα όσα με βασάνιζαν; Με το σχολείο, τις παρέες, τους τριγύρω μου; Πως να αντιμετωπίσω την απόρριψη όταν μ’απορρίπτει ο άνθρωπος που με δημιούργησε; “. Θα με πίστευες άραγε;  Πόσες φορές ήθελα να σου πω τι περνούσα. Πόσο πολύ με εκβίαζαν. Πόσο πολύ με έκαναν να πονάω. Άραγε  τότε στα νοσοκομεία κατάλαβες τίποτα; Θυμάμαι ακόμα όταν γυρίσαμε την πρώτη φορά από το νοσοκομείο, έσκυψες και με φίλησες στο μέτωπο. Εσύ ίσως δεν την θυμάσαι. Εγώ όμως ναι, μπαμπά. Ένιωσα ότι άρχισες να καταλαβαίνεις. Ένιωσα ότι εδώ τελειώνει το μαρτύριο επιτέλους. Έβλεπα τα σημάδια στα χέρια […]

Read More Η απόρριψη απ’ τον άνθρωπο που σε έφερε στη ζωή. | Με λένε Γιάννη.

Γιατί με πονάς μπαμπά;| Με λένε Γιάννη.

Που είσαι αγαπημένε; Γιατί χάθηκες; Γιατί απομακρύνθηκες.. γιατί νιώθω ότι με άφησες; Είσαι καλά; Θέλω να πιστεύω πως είσαι. Πού πήγαν οι αγκαλιές μας; Πού πήγε η χαρά στο βλέμμα σου κάθε φορά που με έβλεπες; Πού πήγαν τα όμορφα συναισθήματα, η στοργή; Γιατί την θέση τους πήραν η απαξία; Ο πόνος; Ο οίκτος; Γιατί φτάσαμε εδώ που φτάσαμε; […]

Read More Γιατί με πονάς μπαμπά;| Με λένε Γιάννη.

Ηταν η μερα μας, μια μερα γεματη χρωματα. | Με λενε Γιαννη.

  Μια πολύ σημαντική ημέρα για μένα. Για τα κατορθώματά μου. Κι όχι μόνο για μένα. Είναι και για εκείνο το αγοράκι που μόλις συνειδητοποίησε ότι είναι ερωτευμένος με τον κολλητό του. Είναι για την κοπέλα που τόσο καιρό κρύβει την σχέση της από τους γονείς της. Είναι για εσένα που καθημερινά βιώνεις άσχημες καταστάσεις […]

Read More Ηταν η μερα μας, μια μερα γεματη χρωματα. | Με λενε Γιαννη.